Απώλεια βάρους και ψυχοκοινωνική λειτουργία

ΚοινοποίησηShare on Facebook1Tweet about this on TwitterShare on Google+0Print this pageEmail this to someone

Picture

Το ένα τρίτο των αντρών και των γυναικών στον Δυτικό κόσμο αναφέρεται ως υπέρβαρο. Επίσης, δύο φορές περισσότεροι άνθρωποι πιστεύουν ότι ζυγίζουν περισσότερο απ’ ό,τι θα έπρεπε. Η σκέψη ότι κάποιος είναι υπέρβαρος-η είναι περισσότερο κοινή σε γυναίκες με κανονικό βάρος απ’ ό,τι σε άντρες. Σε αυτό το πλαίσιο, η δίαιτα είναι απολύτως κοινή, και άνθρωποι που ανήκουν σε διάφορες κατηγορίες κιλών προσπαθούν να χάσουν βάρος. Σε έρευνα που έκαναν στο Πανεπιστήμιο της Μινεσότα, το 1980-81, ο δρ Jeffrey και οι συνάδελφοί του, σε δείγμα 2.000 ατόμων βρήκαν ότι το 72% των γυναικών και το 44% των αντρών που κάνουν δίαιτα δεν υπήρξαν ποτέ υπέρβαροι.

Η συνήθεια τού να κάνει κανείς δίαιτα ενισχύεται από διάφορους παράγοντες, πρώτος εκ των οποίων είναι η απέχθεια για την παχυσαρκία. Αυτή η άποψη εγκαθίσταται σε πολύ νεαρή ηλικία. Τα παιδιά της σχολικής ηλικίας εμφάνισαν σε μια μελέτη εντονότερη απέχθεια στο να είναι υπέρβαρα, από το να είναι τυφλά ή φυσικά ακρωτηριασμένα. Ακόμα και μικρά παιδιά, ηλικίας 8 ετών, περιορίζουν την πρόσληψη τροφής και, έως την ηλικία των 15, ένα στα τρία έχουν μπει σε δίαιτα.

Ο δεύτερος παράγοντας είναι η πολλών δισεκατομμυρίων βιομηχανία αδυνατίσματος, η οποία, καθώς αναπτύσσεται, γίνεται ολοένα και πιο εφευρετική, στην προσπάθειά της να πείσει τους βετεράνους της δίαιτας ότι «αυτό όντως λειτουργεί».

Παρά τα χιλιάδες μέσα που προσφέρονται σήμερα σε κάποιον για ν’ αδυνατίσει, οι μισοί απ’ αυτούς που κάνουν δίαιτα ξαναβάζουν ακόμα περισσότερα κιλά απ’ αυτά που έχουν χάσει και βρίσκονται συχνά σ’ έναν φαύλο κύκλο: δίαιτα–απώλεια βάρους – αύξηση βάρους.

Είναι γεγονός ότι η αργή απώλεια βάρους, σε συνδυασμό με την άσκηση και την αλλαγή διατροφικής συμπεριφοράς, έχει θετικά αποτελέσματα σε παχύσαρκους και μεγάλες πιθανότητες διατήρησης της απώλειας του βάρους. Αυτό έδειξαν έρευνες που έγιναν σε παχύσαρκους με πρώτο και δεύτερο βαθμό παχυσαρκίας. Η απώλεια διατηρήθηκε για έναν χρόνο στα δύο τρίτα των ατόμων που συμμετείχαν στην έρευνα, ενώ αναφέρθηκαν θετικές ψυχολογικές επιδράσεις, όπως βελτίωση των διαπροσωπικών-συζυγικών σχέσεων, ενίσχυση της αυτοεκτίμησης και μείωση της αρνητικής εικόνας σώματος που είχαν πριν από τη δίαιτα. Όσον αφορά το θέμα της κατάθλιψης και του στρες, οι επιστήμονες διαφωνούν. Και ενώ οι τελευταίες έρευνες δείχνουν μείωση των συμπτωμάτων κατάθλιψης και στρες, μετά την απώλεια βάρους, φαίνεται ότι τα συμπτώματα αυξάνονται παροδικά έως 25%, ή και περισσότερο, κατά τη διάρκεια της δίαιτας.

Η δραστική μείωση λήψης τροφής και, ως εκ τούτου, η απότομη απώλεια βάρους φαίνεται να έχει αρνητικές ψυχολογικές και φυσικές συνέπειες σε άτομα φυσιολογικού βάρους. Αυτό διαπίστωσε η Ancel Keys και οι συνεργάτες της σε πειράματα που έκαναν σε νέους υγιείς άντρες χωρίς πρόβλημα βάρους, οι οποίοι συμμετείχαν σε αυτήν τη διαδικασία, υπηρετώντας με εναλλακτικό τρόπο τη στρατιωτική τους θητεία, μεσούντος του πολέμου της Κορέας. Οι άντρες αυτοί έτρωγαν κανονικά τους τρεις πρώτους μήνες του πειράματος, ενώ μελετούνταν οι διατροφικές συνήθειες και η προσωπικότητά τους. Εν συνεχεία υποβλήθηκαν σε αυστηρή δίαιτα για τρεις μήνες, όπου και έχασαν το 25% του βάρους τους και η κανονική πρόσληψη τροφής μειώθηκε στο μισό.

Ύστερα μπήκαν σε περίοδο αποκατάστασης για άλλους τρεις μήνες, όπου και άρχισαν να τρώνε κανονικές ποσότητες φαγητού. Τα αποτελέσματα ήταν εντυπωσιακά. Άντρες που πριν δεν είχαν κανένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον για το φαγητό και το μαγείρεμα, εντυπωσιάστηκαν από το μαγείρεμα και το μενού. Πολλοί απ’αυτούς δυσκολεύονταν να παραμείνουν σε δίαιτα, έτρωγαν κρυφά, ακολουθώντας την παρόρμησή τους, και ένιωθαν ενοχές μετά. Ψυχολογικά έγιναν περισσότερο αγχώδεις και επιρρεπείς στην κατάθλιψη, και λιγότερο κοινωνικοί. Άλλαξε, επίσης, και ο τρόπος που αντιλαμβάνονταν το σώμα τους, και πολλοί απ’αυτούς άρχισαν να νιώθουν υπέρβαροι, παρόλο που είχαν χάσει κιλά.

Μεταγενέστερες έρευνες έδειξαν ότι όσοι κάνουν δίαιτα τρώνε πολύ περισσότερο (και συχνά οδηγούνται σε υπερφαγία) όταν οι κανόνες τους παραβιαστούν, απ’ όσο τρώνε όσοι δεν κάνουν δίαιτα. Έτσι, για παράδειγμα, αν υποκύψουν σ’ ένα μπισκότο, αισθάνονται τόσο μεγάλη αποτυχία, που καταναλώνουν όλο το πακέτο. Με το να αρνούνται στον εαυτό τους το φαγητό, κάνουν το φαγητό πολύ πιο σημαντικό και είναι πιο επιρρεπείς από τους υπόλοιπους να επιστρέψουν σε αυτό όταν νιώθουν άγχος ή θλίψη. Αυτοί είναι κάποιοι από τους λόγους που σήμερα οι επιστήμονες θεωρούν ότι η δίαιτα προηγείται και ενισχύει την ανάπτυξη διατροφικών διαταραχών, όπως η βουλιμία, η ανορεξία και η αδηφαγική διαταραχή.

Μεγάλο ποσοστό (άνω του 30%) παχύσαρκων, σήμερα, υποφέρει από κάποια διατροφική διαταραχή, και πολλοί απ’ αυτούς επιλέγουν κάποια χειρουργική επέμβαση για ν’ αντιμετωπίσουν το πρόβλημα του βάρους τους. Οι επεμβάσεις αυτές φαίνεται να έχουν σοβαρές επιπλοκές στην υγεία και την ψυχολογία αυτών των ατόμων. Έτσι, μία στις τέσσερις με πέντε επεμβάσεις μπορεί να οδηγήσει σε αυτοκτονία, σοβαρής μορφής κατάθλιψη, χρήση αλκοόλ ή ναρκωτικών. Σε αυτό κατέληξαν πολλοί αμερικανοί και άγγλοι ψυχολόγοι, ύστερα από έρευνες που έγιναν τα τελευταία εννιά χρόνια σε άτομα που υπέστησαν τέτοιες επεμβάσεις. Μία στις πέντε επεμβάσεις αποτυγχάνει, επειδή, στην ουσία, δεν αντιμετωπίζει τους λόγους που οδηγούν κάποιον στην παχυσαρκία.

Ο Scholtz σε μια έρευνα που έκανε, διαπίστωσε ότι το ποσοστό των αυτοκτονιών αυξάνεται σε άτομα με διατροφική διαταραχή, ύστερα από κάποια χειρουργική επέμβαση. Αυτό συμβαίνει γιατί ενώ βελτιώνονται διάφορα θέματα υγείας, όπως ο διαβήτης και η αρτηριακή πίεση, η αρνητική εικόνα σώματος, η κατάθλιψη ή το στρες παραμένουν άλυτα και πολλές φορές ενισχύονται.

Ερευνητές στην Ελβετία αναφέρουν ότι, ύστερα από επτά χρόνια, λιγότερο από το 50% των χειρουργικών επεμβάσεων που έγιναν για απώλεια βάρους σε 317 ασθενείς θα τις χαρακτήριζαν επιτυχείς.

Όλα αυτά έχουν οδηγήσει μεγάλο μέρος της επιστημονικής και ιατρικής κοινότητας και της βιομηχανίας αδυνατίσματος στην οικονομική εκμετάλλευση των ατόμων που ασχολούνται με την απώλεια βάρους, αγνοώντας την ψυχολογική τους κατάσταση, τις πεποιθήσεις τους σε σχέση με την τροφή και τον εαυτό τους, καθώς και την ικανότητα να χειριστούν τυχόν ολισθήματα. Για την καλύτερη δυνατή βοήθεια όλων αυτών των ανθρώπων, πρέπει ν’ αλλάξουμε τρόπους προσέγγισης, εκπαιδεύοντάς τους σε θέματα υγιεινής διατροφής από μικρή ηλικία, σκεπτόμενοι κυρίως την υγεία και καταργώντας την ευρέως διαδεδομένη αντίληψη ότι όποιος είναι λεπτός είναι και αποδεκτός.

Βιβλιογραφία:

1. Brownell KD, Wadden TA. «The heterogenesity of obesity: Fitting treatments to individuals». Behavior Therapy. 1991; 22:153-77.

2. Cowan PJ, Anderson IM, Fairburn CG. «Neurochemical effects of dieting: Revelance to changes in eating and affective disorders». In: Anderson GH,

Kennedy SH; eds. The biology of Feast and Famine. San Diego: Academic Press; 1992.

3. Eldredge K., Wilson Gt, Whaley A. «Failure, self-evaluation, and feeling fat in women». International Journal of Eating Disorders. 1990; 9: 37-50.

4. Herman CP, Povily J. «Restraint and excess in dieters and bulimics». In: Pirke KM, Vandereycken W, Ploog D; eds. The Psychology of Bulimia Nervosa.

Berlin; Springer-Verlag; 1988.

5. Garner DM, Wooley Sc. «Confronting the failure of behavioral and dietary treatments of obesity». Clinical Psychology Review. 1991; 11:729-80.

6. Lowe MR, Kleifield EI. «Cognitive restraint, weight suppression, and the regulation of eating». Appetite. 1990; 14:105-68.

7. Michel Suter, MD, PD, Vittorio Giusti, MD, Marc Worreth, Eric Heraief, and Jean- Marie Calms. «Laparoscopic Gastric Banding». Ann Surg. 2005 January; 241 (1): 55-62.

8. O’ Neill PM, Jarrell MP. «Psychological aspects of obesity and dieting». In: Wadden TA, Van Itallie TB; eds. The Treatment of Obesity: Research and

Clinical Findings for Very-Low-Calorie-Diets and Other Approaches. New York: Guilford Press; 1992

9. Samantha Scoltz, Louise Bidlane, John Morgan, Alberic Fiennes, Ashraf El-Etar, John Hubert Lasey and Sara McCluskey. «Long Term Outcomes

Following Laparoscopic Adjustable Gastric Banding: Postoperative Psychological Sequel Predict at 5 Year Follow-up». Obesity Surgery 2007; 9: 1220-25.

10. Spitzer RL, Devlin MJ, Walsh BT, Hasin D, Wing R, MarcusM, et all. «Binge eating disorder: A multi-site field trial of the diagnostic criteria».

International Journal Of Eating Disorders. 1992; 11:191-203.

11. Stunkard AJ, Messick S. «The three factor eating questionnaire to measure dietary restraint, disinhibition and hunger». J Psychosom Res. 1985; 29:71-83

12. The psychology of dieting. Sara Gilbert 1989.

13. Wooley Sc., Garner DM. «Obesity treatment: the high cost of false hope». J Am Diet Assoc. 1991; 91:1248-51.

Κατερίνα Δαργινίδου Διαιτολόγος-Διατροφολόγος

http://www.diatrofi.gr/index.php/bri-i/diet-soul/pchycology/item/338-%CE%B1%CF%80%CF%8E%CE%BB%CE%B5%CE%B9%CE%B1-%CE%B2%CE%AC%CF%81%CE%BF%CF%85%CF%82-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CF%88%CF%85%CF%87%CE%BF%CE%BA%CE%BF%CE%B9%CE%BD%CF%89%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AE-%CE%BB%CE%B5%CE%B9%CF%84%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%B3%CE%AF%CE%B1#.Uq2PjrWx5eA.facebook

ΚοινοποίησηShare on Facebook1Tweet about this on TwitterShare on Google+0Print this pageEmail this to someone

Leave a comment

Your email address will not be published. Required fields are marked *