Ο ρόλος της Διατροφής στην ανάπτυξη του Δείκτη Νοημοσύνης

ΚοινοποίησηShare on Facebook1Tweet about this on TwitterShare on Google+0Print this pageEmail this to someone
Το ερευνητικό πεδίο για τη σχέση μεταξύ διατροφής και νοημοσύνης απασχολεί την επιστημονική κοινότητα εδώ και πολλές δεκαετίες. Κατά τη δεκαετία του ’80 μια σειρά από μελέτες έδειξαν ότι ο μέσος Δείκτης Νοημοσύνης (IQ), άρχισε να αυξάνεται από τα μέσα του περασμένου αιώνα και μετά. Πλήθος επιστημονικών στοιχείων καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι αυτή η αύξηση οφείλεται, μεταξύ άλλων (γνωστική διέγερση, κοινωνικό-οικονομικοί παράγοντες κ.α.) και στη βελτίωση της διατροφής.

Κατά τη διάρκεια του τελευταίου μισού του περασμένου αιώνα έχουν γίνει σημαντικές βελτιώσεις στο βιοτικό επίπεδο στα οικονομικά αναπτυγμένα έθνη. Αυτές οι αλλαγές έχουν επιτρέψει στον πληθυσμό να αγοράσει περισσότερα είδη φαγητού με αποτέλεσμα να υπάρχει βελτίωση στην ποσότητα και ποιότητα της τροφής, γεγονός που έχει οδηγήσει στην αύξηση του μεγέθους του εγκεφάλου και ίσως στη βελτίωση του νευρολογικού τμήματος του εγκεφάλου και στην αποτελεσματικότερη λειτουργία του. Έχει παρουσιαστεί σε μια σειρά από μελέτες ότι η αύξηση στο μέγεθος του εγκεφάλου πραγματοποιείται από τη γέννα και μετά. Συγκεκριμένα, ο μέσος όρος περιμέτρου του κεφαλιού στα βρέφη έχει αυξηθεί κατά 1,5 cm, ενώ στα παιδιά 7 χρονών περίπου η αύξηση είναι 2,0 cm, τα τελευταία 50 χρόνια. Οι αυξήσεις που έχουν γίνει στο μέγεθος του κεφαλιού δείχνουν και αυξήσεις στο μέγεθος του εγκεφάλου και αποτελεί έναν από τους παράγοντες αύξησης της νοημοσύνης. Μελέτες που έχουν γίνει σε ζώα δείχνουν ότι η κακή διατροφή του εμβρύου και στη ζωή του αφού γεννηθεί έχει δυσμενείς συνέπειες στην ανάπτυξη του αριθμού των νευρογλοιακών κυττάρων του μυαλού, στη μυελινοποίηση των νευρικών κυττάρων, στην ανάπτυξη των δενδριτών (νηματοειδείς προεκτάσεις του κυτταροπλάσματος ενός νευρώνα) και στον σχηματισμό συνοπτικών σχέσεων, ενώ υπάρχει ένδειξη από μελέτες σε αυτοψίες ότι η κακή θρέψη έχει παρόμοια δυσμενή αποτελέσματα στα παιδιά. Έτσι, τα βρέφη που δεν τρέφονται σωστά παρουσιάζουν μικρότερη νοημοσύνη στην παιδική ηλικία και εφηβεία. Οι πιο πειστικές μελέτες της επίδρασης της κακής διατροφής στην νοημοσύνη προέρχονται από δίδυμα που γεννήθηκαν με διαφορετικό βάρος. Τέτοιες διαφορές, γενικά, αποδίδουν στο γεγονός ότι μειωμένο αίμα ρέει από τον πλακούντα στο ένα έμβρυο και αμέσως καταλήγει σε μειωμένη δόση θρεπτικών συστατικών, καθυστερημένη ανάπτυξη και μικρό μέγεθος κατά την γέννηση. Μιας και τα μωρά είναι γενετικά πανομοιότυπα και ζουν στο ίδιο οικογενειακό περιβάλλον η μόνη διαφορά μεταξύ τους βρίσκεται στην διατροφή που λάβανε στην μήτρα. Το ερώτημα είναι αν αυτό το έμβρυο που έλαβε την χαμηλή περιεκτικότητα σε τροφή και θρεπτικά συστατικά και κατά συνέπεια το χαμηλό βάρος, έχει χαμηλότερη νοημοσύνη αργότερα στην ζωή του. Η πρώτη μελέτη αυτού του είδους διεξάχθηκε το 1965 σε 22 δίδυμα. Τα δίδυμα δοκιμάστηκαν για την νοημοσύνη τους στις ηλικίες 5 χρονών έως 15 και βρέθηκε ότι τα πιο βαριά βρέφη απέκτησαν σημαντικά μέσο υψηλότερο IQ από τα πιο ελαφρά βρέφη. (85.2 έναντι 80.9). Από τότε πλήθος μελετών έχει πραγματοποιηθεί με παρόμοια αποτελέσματα, καταλήγοντας ότι υπάρχουν μόνιμες επιρροές από κακή διατροφή στην ανάπτυξη και εξέλιξη του Δείκτη Νοημοσύνης. Πέρα από αυτές τις μελέτες στα δίδυμα υπάρχουν άλλα είδη έρευνας που παρέχουν περισσότερες αποδείξεις της επιρροής που ασκεί η διατροφή ως προς την νοημοσύνη, όπως δείχνουν τα αποτελέσματα μιας μελέτης που έγινε το 1982. Πήραν 20 υποσιτισμένα μαρασμικά βρέφη από την έγχρωμη κοινωνία στην Νότια Αφρική και τα έβαλαν μαζί με 20 βρέφη που είχαν σωστή θρέψη. Οι μητέρες των 2 ομάδων είχαν την ίδια κοινωνικό-οικονομική τάξη, περίμετρο κεφαλιού και μέσο IQ. Στην ηλικία των 16 η ομάδα των υποσιτισμένων βρεφών είχε μ.ο. δείκτη IQ 56.0 και τα μωρά με την σωστή διατροφή είχαν ένα μ.ο. δείκτη IQ 73.5. η περίμετρος των κεφαλιών και στις 2 ομάδες ήταν σημαντικά διαφορετική ( τα υποσιτισμένα είχαν 51.7 cm ενώ τα άλλα 54.6 cm). Η διαφορά στις 2 ομάδες ήταν εμφανής αλλά ίσως είναι πιθανόν να υπάρχουν και άλλες σημαντικές διαφορές ανάμεσα στις ομάδες όπως παράδειγμα τα υποσιτισμένα παιδιά προέρχονταν από μονογονεϊκές οικογένειες ενώ τα παιδιά με την σωστή διατροφή προέρχονταν από οικογένειες που είχαν και τους 2 γονείς. Ο λόγος στον οποίο αποδίδεται αυτή η αρνητική σχέση μεταξύ νοητικής ανεπάρκειας και κακής διατροφής είναι όταν, σε παράλληλο χρόνο, προκύπτουν αυξημένες ανάγκες του οργανισμού, αυξημένη οργανική τοξικότητα, οργανικές επιρρέπειες και κακή κατάσταση υγείας του ατόμου ή άλλο παρόμοιο. Ειδικότερα, κατά την προσχολική ηλικία, όπου παρατηρείται ραγδαία μεταγεννητική ανάπτυξη του εγκεφάλου, η ανάγκη για ορισμένα θρεπτικά συστατικά, όπως η χολίνη, το ιώδιο, το φολικό οξύ, ο σίδηρος, ο ψευδάργυρος, και ορισμένα λίπη (σφιγγολιπίδια, δοκοσαεξανοϊκό οξύ DHA), είναι αυξημένη. Κατά συνέπεια μια διατροφή φτωχή σε αυτά τα, απαραίτητα για τη σωστή ανάπτυξη του εγκεφάλου στοιχεία, μπορεί να επηρεάσει μακροχρόνια, τη νοητική ικανότητα και απόδοση. Παρόλη την δύναμη που έχουν οι ενδείξεις από τα αποτελέσματα της κακής διατροφής ως προς την νοημοσύνη, υπάρχει αμφιβολία από μια μελέτη βασισμένη στα αποτελέσματα του Ολλανδικού λοιμού στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο (Stein, Susser, Saenger & Marolla, 1972). Για 6 μήνες τον χειμώνα και την άνοιξη του 1944 έως 1945 υπήρχε σοβαρή έλλειψη φαγητού στην Δ. Ολλανδία. Η αναλογία του φαγητού είχε μειωθεί σε 1.144 θερμίδες και 34 γραμμάρια πρωτεΐνης την ημέρα. Οι άνδρες που γεννήθηκαν ακριβώς πριν, κατά την διάρκεια και μετά τον λοιμό, ελέγχθηκαν σε test νοημοσύνης περίπου 19 χρόνια αργότερα όταν αυτοί μπήκαν στον Ολλανδικό στρατό. Τότε δεν υπήρχαν διαφορές στον δείκτη IQ των νέων που έζησαν κατά την διάρκεια του λοιμού, συγκριτικά με νέους από άλλα μέρη της Ολλανδίας που δεν επηρεάστηκαν ούτε έζησαν τον λοιμό. Παρόλο που αυτή η μελέτη έχει θεωρηθεί να αποκλείει μερικές φορές δυσμενή αποτελέσματα των μητρικών και πρώιμων διατροφικών ανεπαρκειών για την νοημοσύνη τους αργότερα, υπάρχουν 2 λόγοι που αυτή η έρευνα δεν διαφωνεί τελείως με την θεωρία. Πρώτα, παρόλο που οι προσλήψεις θερμίδων και πρωτεϊνών ήταν χαμηλές, οι προσλήψεις σημαντικών βιταμινών, μετάλλων και άλλων θρεπτικών συστατικών ίσως να μην ήταν χαμηλότερα από άλλα μέρη της Ολλανδίας. Δεύτερον, ο λοιμός κράτησε πολύ μικρό διάστημα. Είναι πιθανό ότι οι γυναίκες αποθηκεύουν σημαντικά θρεπτικά συστατικά και τα απελευθερώνουν κατά την διάρκεια της εγκυμοσύνης προς χρήση του εμβρύου όταν υπάρχει έλλειψη τροφής. Εναλλακτικά, είναι πιθανό το έμβρυο ή βρέφος να μπορεί να ανακάμψει από την σύντομη περίοδο με την έλλειψη των σωστών θρεπτικών συστατικών. Αυτές οι θεωρίες κάνουν το αποτέλεσμα του Ολλανδικού λοιμού να έχει κάνει λιγότερη ζημιά από αυτό που έχει θεωρηθεί στην διατριβή ότι η διατροφή που έχει λάβει το έμβρυο ή το βρέφος είναι σημαντική διαπίστωση της νοημοσύνης. Αν η διατροφή είναι μια σημαντική διαπίστωση για την νοημοσύνη πρέπει να επακολουθεί ότι τα διατροφικά συμπληρώματα που δίνονται σε γυναίκες κατά την διάρκεια της κύησης με κακή διατροφή και σε παιδιά με διατροφικές ελλείψεις πρέπει να παράγουν αύξηση του IQ. Υπάρχουν αρκετές μελέτες που δείχνουν ότι αυτό είναι πραγματικότητα. Στις Ηνωμένες Πολιτείες το 1944 ερευνητές χορήγησαν διατροφικά συμπληρώματα σε παιδιά με φτωχή διατροφή από 0-4 χρονών και απέκτησαν αύξηση του δείκτη IQ κατά 18 μονάδες. Σε μια άλλη μελέτη, χορήγησαν συμπληρωματικές δίαιτες από θειαμίνη (βιταμίνη Β1), ριβοφλαβίνη (βιταμίνη Β2), νιασίνη και σίδηρο σε 1.200 γυναίκες που βρισκόταν σε κύηση σε φτωχές οικονομικές τάξεις στην Virginia. Τα παιδιά τους ελέγχθηκαν σε test νοημοσύνης στην ηλικία των 3 ετών και είχαν υψηλότερο δείκτη IQ από αυτά της ομάδας ελέγχου. Ερευνητές το 1978 βρήκαν εκτεταμένη έλλειψη σιδήρου σε μια ομάδα 24 βρεφών ηλικίας 9 – 26 μηνών στην Ν. Υόρκη. Στα μισά από αυτά δόθηκαν συμπληρώματα σιδήρου και δήλωσαν οφέλη στην διανοητική και σωματική ανάπτυξη συγκριτικά με τα υπόλοιπα μισά που λειτούργησαν σαν ομάδα ελέγχου. Επόμενες μελέτες έδειξαν, αύξηση στην νοημοσύνη και σωματική ανάπτυξη σε παιδιά με αναιμία παίρνοντας συμπληρώματα σιδήρου που αναθεωρήθηκαν από τον Evans το 1985. Αυξήσεις στην νοημοσύνη κατά 3,5 μονάδες IQ έχουν επίσης αναφερθεί ανάμεσα σε παιδιά με έλλειψη στην βιταμίνη C και ακολουθώντας συμπληρώματα με πορτοκαλάδα. Οι περισσότερες μελέτες έχουν διεξαχθεί σε βρέφη αλλά οι Benton και Roberts το 1948 έχουν αναφέρει ένα όφελος 9 μονάδων IQ σε μία μη – λεκτική λογική ανάμεσα σε φυσιολογικούς Βρετανούς ηλικίας 12-13 χρονών που τους δόθηκε μια πολυβιταμίνη και συμπληρώματα μετάλλων σε μια περίοδο 8 μηνών. Σε ότι αφορά την ικανότητα αντίληψης και μνήμης, έχει βρεθεί ότι μια διατροφή χαμηλή σε υδατάνθρακες, μειώνει την ικανότητα αυτή, ενώ τα ω-3 και ω-6 λιπαρά οξέα καθώς και η βιταμίνη Β12, όταν βρίσκονται σε ανεπάρκεια, επηρεάζουν αρνητικά τις λειτουργίες των εγκεφαλικών κυττάρων και κατά συνέπεια την νοητική απόδοση του ατόμου. Το νερό επίσης διαδραματίζει σπουδαίο ρόλο στην εγκεφαλική λειτουργία, έτσι η ανεπαρκής πρόσληψη υγρών, προκαλεί επιπτώσεις στις νοητικές λειτουργίες. Τέλος μελέτες έχουν δείξει ότι, η μειωμένη πρόσληψη αντιοξειδωτικών στοιχείων, όπως οι βιταμίνες Ε και C, σχετίζονται με την κακή απόδοση της μνήμης και κατ’ επέκταση της νοητικής απόδοσης. Πέρα όμως από την κακή θρέψη λόγω ελλείψεων σε θρεπτικά στοιχεία και την αρνητική επίδραση στην ανάπτυξη της νοητικής ικανότητας, μια διατροφή πλούσια σε λίπη και ειδικά κορεσμένα και trans λιπαρά οξέα, μπορεί να οδηγήσει σε παρόμοιο αποτέλεσμα. Πρόσφατες μελέτες σε παιδιά ηλικίας 3 έως 5 ετών έδειξαν ότι, τα παιδιά που καταναλώνουν τακτικά πρόχειρο φαγητό με πολλά λιπαρά και τροφές φτωχού διατροφικού ενδιαφέροντος έχουν μειωμένη νοητική ικανότητα και απόδοση, σε σχέση με τα παιδιά που τρέφονται με γεύματα παρασκευασμένα με φρέσκα συστατικά. Επιπλέον, έχει βρεθεί ότι τα παιδιά με αυξημένο Δείκτη Μάζας Σώματος, υπέρβαρα ή παχύσαρκα, έχουν μειωμένο Δείκτη Νοημοσύνης σε σχέση με τα παιδιά με κανονικό βάρος. Και ενώ η σχέση μεταξύ διατροφής και νοητικής ανεπάρκειας έχει μελετηθεί και αποδειχθεί, ωστόσο τα επιστημονικά στοιχεία για τη σχέση της διατροφής και υψηλής νόησης αποτελεί πεδίο ελλιπούς επιστημονικής διερεύνησης. Μελετώντας όμως τη συμπεριφορά των χαρισματικών ατόμων με υψηλό Δείκτη Νοημοσύνης, πολύ μεγαλύτερο του μέσου όρου, βλέπουμε ότι πολλά από τα άτομα αυτά εμφανίζουν διαταραχές όπως κατάθλιψη, αυτισμό, διαταραχές στον ύπνο, αυτοκαταστροφικές τάσεις, και σε ορισμένες περιπτώσεις σχιζοφρένεια. Αυτές οι καταστάσεις προκαλούν τοξικότητα στον οργανισμό και οξειδωτικό στρες, λόγω της συσσώρευσης ελευθέρων ριζών που προκαλούν εκτεταμένες βλάβες στα κύτταρα. Είναι αξιοσημείωτο ότι άτομα με παγκόσμια αναγνώριση για την ευφυΐα τους όπως ο Νικόλα Τέσλα, ο οποίος ήταν τόσο έξυπνος που μπορούσε να δοκιμάσει και να επαναλάβει μια εφεύρεση στο μυαλό του πριν καν την κατασκευάσει, έπασχε από ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή. Άτομα που λόγω της χαρισματικότητάς τους άλλαξαν τον κόσμο που ζούμε όπως ο Άλμπερτ Άινσταϊν, ο Αλεξάντερ Γκράχαμ Μπελ, ο Μπετόβεν, ο Τόμας Έντισον, ο Λεονάρτο Ντα Βίντσι, ο Μικελάντζελο, ήταν όλοι αυτιστικοί. Μία διατροφή πλούσια σε αντιοξειδωτικούς παράγοντες μπορεί να αποτελέσει μια πιθανή διατροφική προσέγγιση σε άτομα που εμφανίζουν αποκλίνουσα συμπεριφορά εξαιτίας του υψηλού Δείκτη Νοημοσύνης. Επιπλέον, η διατροφή σε χαρισματικά άτομα υψηλού IQ θα πρέπει να περιέχει αρκετούς σύνθετους υδατάνθρακες σε ποσοστό μεγαλύτερο του μέσου όρου πάνω από 55% του συνόλου της ημερήσιας ενεργειακής πρόσληψης, καθώς οι λειτουργίες του εγκεφάλου έχουν αυξημένες απαιτήσεις σε γλυκόζη. Αν υπάρχουν ενδείξεις αποκλίνουσας συμπεριφοράς προτείνεται η μείωση της πρόσληψης πρωτεϊνών διότι μια διατροφή πλούσια σε πρωτεΐνες έχει βρεθεί ότι μπορεί να προκαλέσει έντονο εκνευρισμό, επιθετικές τάσεις και κατάθλιψη. Είναι κοινά αποδεκτό ότι άτομα είτε με νοητική ανεπάρκεια είτε με υψηλή νόηση εμφανίζονται ως εξαιρετικά ευαίσθητα συναισθηματικά άτομα. Σημαντικό ρόλο στο συναισθηματικό μέρος του εγκεφάλου διαδραματίζουν οι νευροδιαβιβαστές, το βιολογικό μέσον επικοινωνίας των νευρώνων (εγκεφαλικών κυττάρων). Έχει παρατηρηθεί ότι μια διατροφή που αυξάνει την παραγωγή νευροδιαβιβαστών μπορεί να βελτιώσει το συναισθηματικό προφίλ αυτών των ατόμων. Έτσι μια διατροφή πλούσια σε πρόδρομες ουσίες παραγωγής νευροδιαβιβαστών κρίνεται κατάλληλη. Ενδεικτικά αναφέρεται ότι τα αυγά, οι πατάτες, τα φιστίκια και τα δημητριακά είναι πλούσια σε ασπαρτικό οξύ, μείζων διεγερτικός νευροδιαβιβαστής. Το συκώτι και η σόγια είναι πλούσια σε χολίνη, πρόδρομη ουσία της ακετυλοχολίνης, ενώ τα αμύγδαλα, τα αυγά και το κρέας περιέχουν την ουσία φαινυλαλανίνη, απαραίτητη για την παραγωγή ντοπαμίνης. Άλλες πρόδρομες ουσίες για την παραγωγή νευροδιαβιβαστών είναι η τυροσίνη και η τρυπτοφάνη και βρίσκονται στο γάλα, στο κρέας, στα όσπρια και στο γιαούρτι. Η νοημοσύνη είναι ένας κύριος προσδιοριστικός παράγοντας του εκπαιδευτικού επιτεύγματος, της επαγγελματικής απασχόλησης, της επιτυχίας, των επιστημονικών και πολιτισμικών κατορθωμάτων. Η αύξηση στη νοημοσύνη που μπορεί να προβλεφθεί από περαιτέρω βελτιώσεις στη διατροφή μπορεί να εξασφαλίσει σημαντικά κοινωνικά οφέλη.

Νίκη Ανδρουλάκη

http://www.medidiatrofi.gr

ΚοινοποίησηShare on Facebook1Tweet about this on TwitterShare on Google+0Print this pageEmail this to someone

Leave a comment

Your email address will not be published. Required fields are marked *