Ουρικό Οξύ και Καρδιαγγειακός Κίνδυνος

ΚοινοποίησηShare on Facebook8Tweet about this on TwitterShare on Google+0Print this pageEmail this to someone

ouriko-oxi-kai-kardiaggeiakos-kindinos

Τι είναι οι πουρίνες;

Οι πουρίνες αποτελούν σημαντικό τμήμα των νουκλεϊκών οξέων (DNA,RNA) του οργανισμού μας, αλλά υπάρχουν και σε πολλές τροφές, σε διαφορετικές συγκεντρώσεις. Μεταβολίζονται προς ουρικό οξύ, το οποίο φυσιολογικά, αποβάλλεται κυρίως από τους νεφρούς (λιγότερο μέσω κοπράνων).

H υπερουριχαιμία είναι η κατάσταση όπου τα επίπεδα ουρικού οξέος είναι υψηλότερα από 7.0 mg/dL για τους άντρες και 6.0 mg/dL για τις γυναίκες. Τα αίτια της είναι εξωγενή (αυξημένη πρόσληψη πουρινών από τις τροφές- 1/3 των περιπτώσεων) και ενδογενή (αυξημένη σύνθεση ουρικού οξέος ή η μειωμένη αποβολή του-2/3 των περιπτώσεων). Ηυπερουριχαιμία μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την εναπόθεση κρυστάλλων ουρικού, σε διάφορα σημεία του σώματος και κυρίως στις αρθρώσεις, προκαλώντας ουρική αρθρίτιδα. Η ουρική αρθρίτιδα σε οξεία ή χρόνια μορφή, εμφανίζεται συνήθως μετά την ηλικία των 35 ετών και προσβάλει κυρίως τους άνδρες (1-2% στις Δυτικές χώρες) και χαρακτηρίζεται από ξαφνικό και οξύ πόνο (κυρίως στο μεγάλο δάκτυλο του ποδιού-ποδάγρα).

Ουρικό Οξύ και καρδιά

Η υπερουριχαιμία είναι κοινή σε ασθενείς με καρδιαγγειακή νόσο, αλλά δεν θεωρείται συνήθως ένας αληθινός παράγοντας καρδιαγγειακού κινδύνου. Πρόσφατες μελέτες δείχνουν ότι το ουρικό οξύ είναι βιολογικώς δραστικό και μπορεί να διεγείρει το οξειδωτικό στρες, την ενδοθηλιακή δυσλειτουργία, τη φλεγμονή και την αγγειοσυστολή. Επιδημιολογικές μελέτες έχουν δείξει ότι το ουρικό οξύ αποτελεί ένα ανεξάρτητο παράγοντα για ανάπτυξη της υπέρτασης, καθώς επίσης και του εγκεφαλικού επεισοδίου και της καρδιακής ανεπάρκειας. Πειραματικά έχει βρεθεί ότι αύξηση του ουρικού οξέος σε ζώα αυξάνει την πίεση του αίματος, και πιλοτικές μελέτες δείχνουν ότι η μείωση του ουρικού οξέος στον άνθρωπο μπορεί να μειώσει την αρτηριακή πίεση σε υπερτασικά άτομα. Το ουρικό οξύ μπορεί επίσης να έχει ρόλο και στην παθογένεση της ασθένειας των νεφρών, του μεταβολικού συνδρόμου και του διαβήτη, όπως φάνηκε πρόσφατα με μελέτη στο περιοδικό «Annals of the Rheumatic Diseases» η οποία έδειξε ότι η ουρική αρθρίτιδα φαίνεται να αυξάνει τον κίνδυνο για διαβήτη τύπου 2, ιδιαίτερα σε γυναίκες. Περισσότερες μελέτες πρέπει να γίνουν πάνω στην παθοφυσιολογία και στις κλινικές συνέπειες της υπερουριχαιμίας σε καρδιαγγειακή νόσο.

Ο ρόλος της διατροφής στην πρόληψη της υπερουριχαιμίας

Μελέτες όπως αυτές που αφορούν τη διατροφή των κατοίκων της Ικαρίας ή η μελέτη ΑΤΤΙCA έχουν δείξει ότι το μεσογειακό πρότυπο διατροφής μπορεί να παίξει καθοριστικό ρόλο στην πρόληψη της υπερουριχαιμίας. Η συνεπής τήρηση της μεσογειακής διατροφής συνδέεται με χαμηλότερα επίπεδα ουρικού οξέος ορού και χαμηλότερη πιθανότητα υπερουριχαιμίας (αυξημένου ουρικού). Αυτά τα ευρήματα υποστηρίζουν ένα σημαντικό ρόλο αυτού του διατροφικού πρότυπο στην πρόληψη και τη θεραπεία τηςυπερουριχαιμίας και της ουρικής αρθρίτιδας.

Για την ικανοποιητική πρόληψη απαιτείται η αποφυγή τροφών με μεγάλη περιεκτικότητα σε πουρίνες, όπως π.χ. εντόσθια, ζωμός κρέατος, μύδια, στρείδια, αυγοτάραχο, σαρδέλες, ρέγγα, μανιτάρια, σπαράγγια κ.ά. και η κατανάλωση πρωτεϊνικών τροφών χαμηλών σε πουρίνες και άπαχων γαλακτοκομικών και υιοθέτηση της μεσογειακής διατροφής. Επίσης, είναι σημαντική η αποφυγή οινοπνευματωδών ποτών (κυρίως μπύρας) και η ατανάλωση υγρών σε υψηλές ποσότητες σε καθημερινή βάση. Τέλος, είναι κρίσιμη και η διακοπή ή αντικατάσταση φαρμάκων που αυξάνουν το ουρικό οξύ του αίματος (μετά από συμβουλή του γιατρού και αν αυτό είναι εφικτό).

Ο ρόλος της διατροφής στην αντιμετώπιση της υπερουριχαιμίας

Τα άτομα που έχουν ήδη υψηλά επίπεδα ουρικού οξέος πρέπει να επιδιώκουν την αποφυγή πλούσιων σε πουρίνες τροφίμων, την αύξηση της κατανάλωσης τροφίμων πλούσιων σε υδατάνθρακες (ψωμί, ζυμαρικά, ρύζι, φρούτα) και την αποφυγή κυρίως ροφημάτων και αναψυκτικών πλούσιων σε σάκχαρα και ειδικότερα σε φρουκτόζη. Καθοριστική είναι η αποφυγή της κατανάλωσης αλκοόλ (κυρίως μπύρας, αφού η μέτρια κατανάλωση κρασιού δε φαίνεται να επηρεάζει και σε κάποιες μελέτες λειτουργεί προστατευτικά) και υψηλή κατανάλωση υγρών, ενώ χρήσιμη είναι και η διατήρηση ενός φυσιολογικού σωματικού βάρους αλλά και αποφυγή της απότομης απώλειας βάρους (η απώλεια βάρους σχετίζεται με μείωση της  ινσουλινοαντίστασης  και των αυξημένων επιπέδων ουρικού οξέος στο αίμα).

Τρόφιμα που απαγορεύονται: Τα τρόφιμα αυτά είναι πλούσια σε πουρίνες και πρέπει να αποφεύγονται τόσο σε οξεία φάση όσο και σε φάση ύφεσης είναι τα εντόσθια (συκώτι, μυαλά, νεφρά), ζωμός κρέατος, κυνήγια, αμύγδαλα, θαλασσινά (Μύδια, χτένια, αυγοτάραχο), σαρδέλες, σκουμπρί, ρέγκα, αντσούγιες, μαγιά.

Τρόφιμα που επιτρέπονται σε μικρές ποσότητες: Κοτόπουλο, γαλοπούλα, κόκκινο κρέας (μοσχάρι, χοιρινό, αρνί, κατσίκι), μπέικον, ψάρια, οστρακοειδή (εκτός από αυτά που απαγορεύονται), αστακός, καβούρια στρείδια, αρακάς, φασόλια, σπανάκι, φακές, σπαράγγια, μανιτάρια, ντομάτα, κουνουπίδι, πατάτες τηγανητές, ψωμί και δημητριακά ολικής αλέσεως.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  1. Agabiti-Rosei E, Grassi G.Beyond gout: uric acid and cardiovascular diseases. Curr Med Res Opin. 2013 Apr; 29 Suppl 3:33-9.
  2. Grassi D, Ferri L, Desideri G, Di Giosia P, Cheli P, Del Pinto R, Properzi G, Ferri C. Chronic hyperuricemia, uric acid deposit and cardiovascular risk. Curr Pharm Des. 2013; 19(13):2432-8.
  3. Kanbay M, Segal M, Afsar B, Kang DH, Rodriguez-Iturbe B, Johnson RJ.Heart. The role of uric acid in the pathogenesis of human cardiovascular disease.2013 Jun; 99(11):759-66.
  4. Kontogianni M, Chrysohoou C, Panagiotakos D, Tsetsekou E, Zeimbekis A,Pitsavos C, Stefanadis C.Adherence to the Mediterranean diet and serum uric acid: the ATTICA study. Scand J Rheumatol. 2012;41(6):442-9.
  5. Mallamaci F, Testa A, Leonardis D, Tripepi R, Pisano A, Spoto B, Sanguedolce MC, Parlongo RM, Tripepi G, Zoccali C. A Genetic Marker of Uric Acid Level, Carotid Atherosclerosis, and Arterial Stiffness: A Family-Based Study. Am J Kidney Dis. 2014 Oct 6.
  6. Puig JG, Martínez MA.Hyperuricemia, gout and the metabolic syndrome. Curr Opin Rheumatol. 2008 Mar;20(2):187-91.
Χάρης Δημοσθενόπουλος
ΚοινοποίησηShare on Facebook8Tweet about this on TwitterShare on Google+0Print this pageEmail this to someone

Leave a comment

Your email address will not be published. Required fields are marked *